Αντιρατσιστικά παραμύθια

  1. 1.24 Απρίλη

 

της Ελευθερίας Αλεξάκη

 

24 Απρίλη,

έκανα άλλη μια αποτυχημένη προσπάθεια να πλησιάσω το μεγάλο αγόρι από το λύκειο, για να του μιλήσω για τη μουσική. Αυτό που μας ένωνε χωρίς να το ξέρουμε. Λίγοι ξέρανε για τα τραγούδια που έγραφα και τραγουδούσα μόνος. Αρνούνταν οι περισσότεροι ακόμα και να τα ακούσουν επειδή ήμουν όπως με αποκαλούσαν «μαύρος».Στο χρώμα, μα όχι στην καρδιά, όπως αυτοί. Αυτοί που με έκαναν κάθε πρωί που ξυπνούσα να βλέπω τον ίδιο εφιάλτη, μια ιστορία που έπλαθα με τον φόβο μου, με αυτό που έμεινα μέχρι το τέλος!

 

Είχα φίλο το φόβο και τώρα είμαι εδώ ψηλά και σας κοιτώ να ακούτε τα τραγούδια που για εσάς έγραφα, όταν κάτω από το παράθυρό μου περιμένατε να κατέβω να πάμε βόλτα. Εγώ νόμιζα πως ήμασταν εχθροί, φοβόμουν πως ήσασταν σαν όλους τους άλλους, σαν όλους σ’ αυτή τη ξένη χώρα που με έκαναν να νιώθω διαφορετικός. Και εσείς μία με κάνατε να νιώθω διαφορετικός, και μία όχι. Μία εσύ, έδειχνες να κουνάς το πόδι σου ρυθμικά ακούγοντας να τραγουδώ τα λόγια αγάπης που για σένα είχα γράψει και μία έκλεινες τα αυτιά.

 

Μόνος και πάλι με τον ίδιο εφιάλτη για μαξιλάρι. Φοβόμουν πως περιμένατε για κάποιο άλλο λόγο κάτω από το σπίτι, είχα συνηθίσει να νομίζω πως όλοι ήθελαν να κάνουνε παρέα μαζί μου για να με παγιδέψουν, να με ρεζιλέψουν και να με κάνουν να νιώσω και πάλι μόνος. Όμως φαίνεται εσείς με είχατε καταλάβει, νιώθατε το φόβο μου. Αλλά εσείς ήσασταν μια ομάδα και εγώ τι;

 

 Έτσι λοιπόν αυτές τις σκέψεις έχω τώρα που διαβάζετε τα γραπτά μου. Ναι, για εσάς τα έγραφε αυτό το αγόρι… όλα τούτα και όλα εκείνα τα τραγούδια. Συγγνώμη, μα δεν ήξερα πως με καταλαβαίνατε. Έχουν διαφορετικό στυλ, διαφορετικό ρυθμό και έκαναν εμένα διαφορετικό χωρίς να είμαι. Και τώρα να, ποιος μπορεί να με ακούσει να τα τραγουδώ; Μόνο εσύ, Θεέ μου. Με έκανες να νιώθω ξένος. Ήμουν; 

 

 

 

 

 

Τώρα ο Jaime είναι μακριά. Έφυγε από κοντά σας. Να μην νιώθει διαφορετικός. Πήγε εκεί, εκεί για να είναι μόνος. Πιο δυνατός. Να μην νιώθει ξένος.

 

 

                        

 

  1. Ένα παραμύθι

 

του Στέφανου Δράκου

 

 

Ο Μπράντον ήταν ίσως ο μόνος από το είδος του που δεν ασχολούταν με τη γλυπτική. Είχε προσπαθήσει πολλές φορές να κατακτήσει αυτό το ταλέντο, που τόσο τον είχε απομακρύνει από την κοινωνία του. Είχε άλλες καλλιτεχνικές κλίσεις, κάτι που ήταν καταδικαστέο στην φυλή του. Επίσης είχε και σωματικές διαφορές από τα άλλα μέλη της φυλής του, η οποία αποτελούταν από κατάλευκες μικρές αρκούδες, ενώ εκείνος ήταν λίγο μεγαλύτερος και καφέ, διάστικτος με μαύρα στίγματα. Εάν βλέπαμε εμείς τον Μπράντον, θα τον θεωρούσαμε ένα πανέμορφο πλάσμα, αλλά η κοινωνία που ζούσε τον είχε πιέσει τόσο, που προσευχόταν να ήταν διαφορετικός.

 

Είχε ταλέντο στη ζωγραφική, μα μόνο εκείνος εκτιμούσε τα έργα του, είχε κοφτερό μυαλό μα κρατούσε τις σκέψεις του για τον εαυτό του, καθώς δεν είχε πολλούς φίλους. Για την ακρίβεια είχε μόνο τον Ζάιον, που ήταν κι αυτός θύμα της ίδιας αντιμετώπισης, καθώς ξεκινώντας πριν από καιρό ένα ταξίδι για το γύρο του κόσμου, είχε τραυματιστεί ανεπανόρθωτα στο πόδι. Κι ας ήταν το ίδιο μικρός και λευκός με τις άλλες αρκούδες, η αδυναμία του να συμμετέχει σε πολλές εκδηλώσεις και παιχνίδια τον είχε απομονώσει.

 

Μετά από κάποιες προσπάθειες προσαρμογής, που περιλάμβαναν αποτυχημένα μαθήματα γλυπτικής, ένα ντους με ασβέστη και πολλές ικεσίες, ο Μπράντον αποφάσισε να αντιδράσει. Όχι αρνητικά, γιατί η ζωή τού είχε μάθει πως το μίσος πληγώνει. Στις πολλές μοναχικές στιγμές που πέρασε, είχε φιλοσοφήσει το θέμα της διαφορετικότητας και μέσα από συζητήσεις με τον Ζάιον είχε καταλήξει στο συμπέρασμα πως όλες οι αρκούδες είναι ίδιες, ό,τι τις κάνει διαφορετικές μεταξύ τους είναι επιφανειακά στοιχεία που δεν έχουν καμιά αξία. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν ένας τρόπος να το αποδείξει στις άλλες αρκούδες.

 

Φώναξε το συμπέρασμά του δυνατά στους άλλους, μα δέχτηκε πολύ ψυχρές απαντήσεις. Ζήτησε ακροάσεις και ομιλίες για να μπορέσει να δείξει πως υπάρχει κάτι μέσα σε όλους που μας ενώνει, μα απορρίφθηκε. Έτσι αποφάσισε να χρησιμοποιήσει επιστημονικά μέσα και να δημοσιεύσει τις έρευνές του ως ένας κατάλευκος αρκούδος επιστήμονας, που θα ήταν αποδεκτός στους άλλους. Σκέφτηκε ένα πείραμα : θα έπαιρνε ένα δείγμα από τη γούνα κάθε αρκούδας και θα τη σύγκρινε με τη δικιά του. Ήταν σίγουρος πως δεν θα είχε κάποια διαφορά. Έπρεπε να βρει όμως έναν τρόπο για να προμηθευτεί τα δείγματα. Και τον βρήκε! Πήγε στην αποθήκη όπου φύλαγαν τις καλοκαιρινές γούνες τους οι αρκούδες, προμηθεύτηκε τα απαραίτητα δείγματα και άρχισε την έρευνα. Ο φίλος του ο Ζάιον τον βοήθησε να σκαρώσει τη μεταμφίεση του σε άσπρη αρκούδα, ώστε να μπορέσει να μπει στον κύκλο των αρκούδων. Τα αποτελέσματα ήταν απόλυτα θετικά – το ποσοστό ομοιότητας στις γούνες ήταν περίπου 100%.

 

Παρουσίασε την έρευνα ως ο επιστήμων δόκτωρ Τένηος. Οι αρκούδες ενθουσιάστηκαν και αποφάσισαν να μην ξαναπροβούν σε ρατσιστικές πράξεις. Τότε ο Μπράντον απομάκρυνε τη μεταμφίεση του και ζήτησε χαρούμενος την αποδοχή των συμπολιτών του. Μα εκείνοι, ξεχνώντας τις αποφάσεις τους, θύμωσαν πολύ με τον Μπράντον και τον έδιωξαν και εκείνον και τον φίλο του, τον Ζάιον.

 

Ο Μπράντον ήξερε πως θα αργούσε να επιστρέψει στη ζωή που είχε συνηθίσει. Αλλά ήξερε πως είχε προβληματίσει την κοινωνία του…

 

 

 

  1. 3Το βιβλίο με τη σκισμένη σελίδα

 

της Ζωής Γιαννακούλη-Νικολή 

 

 

 Μια φορά κι έναν καιρό μέσα στο δωμάτιο της Αγγέλας ήταν ένα βιβλίο. Το βιβλίο αυτό δεν ήταν σαν τ’ άλλα βιβλία στο δωμάτιο. Είχε κομμένη μια σημαντική σελίδα, τα περιεχόμενα, κι έτσι κανείς δεν ήξερε σε τι κεφάλαια ήταν χωρισμένο. Παρόλα αυτά το βιβλίο είχε μέσα του κάτι υπέροχες εικόνες και μια υπέροχη ιστορία και ονομαζόταν «Μπιλ ο γενναίος». Όμως καθόλου γενναίος δεν ήταν ο Μπιλ.

 

Τ’ άλλα βιβλία, που φορούσαν όλες τους τις σελίδες, δεν τον καλούσαν ποτέ στα δείπνα, στα πάρτι που έκαναν και κανένα δεν του έδινε την ευκαιρία να γίνει μέλος της παρέας. Και ο Μπιλ δεν έκανε τίποτα. Καθόταν μόνος στο ψηλότερο ράφι δεξιά, μαζί μ ένα τρύπιο μπαλάκι του τέννις. Όλη μέρα έβηχε απ την πολλή σκόνη αλλά κανείς δεν έδινε σημασία. Το μόνο που του λέγανε ήταν «Σταμάτα πια τα «γκουχ γκουχ», ένα βιβλίο χωρίς περιεχόμενα δεν αξίζει τίποτα. Κανείς δεν θα σε διαβάσει ποτέ!»

 

 Ο Μπιλ, αν κι ένιωθε πολύ άσχημα κι έκλαιγε συνέχεια, φοβόταν ν’ αντιδράσει. Ε, ήταν και μόλις δέκα χρονών, πού ν’ αντιμετωπίσει ολόκληρη βιβλιοκοινωνία μόνος του. Πάντως είχε προσπαθήσει πολλές φορές να πλησιάσει τ’ άλλα βιβλία αλλά τίποτα. Τον έδιωχναν πριν καν πλησιάσει.

 

Η σελίδα του ήταν σκισμένη απ’ όταν γεννήθηκε, είχε χαθεί στην πυρκαγιά του μικρού βιβλιοπωλείου όπου έμενε η οικογενειά του. Η μητέρα του πέθανε στη γέννα και ο πατέρας..μεθύστακας όπως όλοι, είχε φύγει μακριά. Όμως ο Μπιλ είχε τύχη και η μητέρα της Αγγέλας τον βρήκε στ απομεινάρια του βιβλιοπωλείου ανέγγιχτο σχεδόν απ’ τη φωτιά και έτσι τον πήρε.

 

Μια μέρα λοιπόν, έτσι όπως έβηξε, έπεσε απ’ το ράφι, στο πάτωμα. Τα γύρω βιβλία άρχισαν να γελάνε και να λένε: «Ορίστε τι παθαίνει ένα βιβλίο που θέλει να τραβήξει την προσοχή πάνω του, ενώ υπάρχουν τόσα υπέροχα και ΟΛΟΚΛΗΡΩΜΕΝΑ βιβλία.»Μόνο ένα βιβλίο, το βιβλίο » Ο Αράπης μας», έτρεξε κοντά του.

 

«Είσαι καλά;» τον ρώτησε.

 

«Νομίζω ότι έσκισα το εξώφυλλο. Πονάω πολύ!

 

«Έλα», του είπε το άλλο βιβλίο, «θα σε φροντίσω εγώ. Ξέρεις κι εγώ τα έχω περάσει αυτά. Ήμουν αποκλεισμένος από την κοινωνία εξαιτίας του ονόματός μου. «Αράπης;», έκαναν,«Όνομα για βιβλίο είναι αυτό;». Αλλά ξέρεις τι έκανα για να σταματήσουν όλα αυτά;

 

«Τι;»

 

«Τους έδωσα να καταλάβουν ότι το βιβλίο δεν το κάνουν ο τίτλος του, οι πολλές ή οι λίγες σελίδες του, το μέγεθός τους και η ποιότητα του χαρτιού τους αλλά το τι πραγματικά κρύβουν μέσα τους αυτές οι σελίδες.»

 

Και πριν προλάβει καλά καλά να τελειώσει τη φράση του, η Αγγέλα, που είχε ακούσει το θόρυβο από το πέσιμο, μπήκε στο δωμάτιο, είδε τον Μπιλ και αμέσως τον σήκωσε και τον έσφιξε στην αγκαλιά της και ύστερα τον έβαλε στο κρεβάτι, για να είναι πιο μαλακά. Εκείνος ξαφνικά ένιωσε τόση ζεστασιά! Τ’ άλλα βιβλία κοίταζαν με απορία και άκουγαν την Αγγέλα να μονολογεί, καθώς χαϊδολόγαγε τον Μπιλ, πως ήταν το πρώτο βιβλίο της και ότι είχε πολύ μεγάλη αξία γι’ αυτήν, γιατί η ιστορία του την είχε συγκλονίσει και της είχε γεννήσει αγάπη για τα βιβλία. Το είχε τόσο καιρό στο ψηλότερο ράφι, μέχρι να βρει χρόνο να το πάει για νέα βιβλιοδεσία, για να μην πάθει άλλο τίποτα.

 

Τα βιβλία τότε κατάλαβαν πως δεν έχει σημασία το πώς είσαι ή το πώς μοιάζεις εξωτερικά αλλά το τι έχεις στο βάθος της ψυχής και της καρδιάς σου. Τ’ όνειρο του Μπιλ να γίνει αποδεκτός και μέλος της παρέας των βιβλίων μόλις είχε πραγματοποιηθεί. Μπορεί να μην ήταν γενναίος αλλά ήξερε να συγχωρεί. Και λίγο καιρό μετά, για να μην ξαναχαλάσει και πονάει, η Αγγέλα τον πήγε στον βιβλιοδέτη και έγινε σαν καινούργιος! Τα βιβλία είχαν πια καταλάβει το λάθος τους και τώρα κάνουν πάρτι, δείπνα και ό,τι άλλο μπορείς να φανταστείς όλα μαζί και όλοι είναι χαρούμενοι.

 

Α, και για να μην ξεχάσω, το τρύπιο μπαλάκι του τένις πέρασε από μια ειδική ανακύκλωση και τώρα το βλέπουμε να είναι το βασικό μπαλάκι στο τουρνουά Wiblenton του τέννις.

 

Έτσι λοιπόν ο Μπιλ και η βιβλιοπαρέα (και το μπαλάκι) ζήσανε καλά κι εμείς καλύτερα!

 

 

  1. H διαφορετική Ιζαμπέλ

 

της Ελίζας Αρμένη

 

 

          Για άλλη μία μέρα ο ήλιος ανέτειλε και έλουζε με τις ακτίνες του κάθε άκρο της περιοχής Σκραλ, μιας περιοχής απομακρυσμένης από πυκνοκατοικημένες και πολύβουες πόλεις. Όλες οι τίγρεις ήταν συγκεντρωμένες γύρω από τη φωλιά της αρχηγού τους, της Νέλλης, η οποία επρόκειτο να γεννήσει. Ύστερα από μερικές ώρες αναμονής, η χαρμόσυνη είδηση της γέννησης είχε κάνει το γύρο του Σκραλ. Η Νέλλη είχε φέρει στον κόσμο ένα γλυκύτατο και πανέμορφο τιγράκι, την Ιζαμπέλ. Και όμως! Όταν την αντίκρισαν οι άλλες τίγρεις, οπισθοχώρησαν. Ο φόβος, η ταραχή και ο αποτροπιασμός διαγράφονταν καθαρά στα πρόσωπά τους. Ακόμα και η Νέλλη φαινόταν ιδιαίτερα ξαφνιασμένη και κοιτούσε με καχυποψία την Ιζαμπέλ, το ίδιο της το παιδί! «Κοίτα πώς είναι! Δεν μοιάζει με μας!», έλεγαν κάποιες τίγρεις. «Το τρίχωμά της δεν είναι μαύρο, σαν το δικό μας, αλλά κίτρινες βρώμικες γραμμές το διαπερνούν!» έλεγαν κάποιες άλλες. «Είναι καταραμένο! Δεν έχει καμία θέση ανάμεσά μας», φώναξε μία τίγρης με αγανακτισμένο ύφος.

 

         Η Νέλλη δεν ήξερε πώς να αντιδράσει. Ήταν η βασίλισσα της φυλής της και αυτό το παιδί θα διακύβευε τη θέση της στην εξουσία. «Δεν μπορεί αυτό να είναι το παιδί μιας βασίλισσας! Είναι τόσο διαφορετικό! Είναι αίσχος για τη φυλή μας!», άκουγε τις τίγρεις να λένε γύρω της. Βρισκόταν πραγματικά σε πολύ δύσκολη θέση. Οι υπόλοιπες τίγρεις πρότειναν να ρίξουν την Ιζαμπέλ στο ποτάμι. Όμως η Νέλλη δεν είχε τη δύναμη να προβεί σε μια τέτοια ενέργεια και μάλιστα σε βάρος του ίδιου της του παιδιού.

 

         Η Ιζαμπέλ, μέρα με τη μέρα, μεγάλωνε. Ζούσε σχεδόν απομονωμένη από τις υπόλοιπες τίγρεις. Καμία δεν ήθελε να έρχεται σε επαφή μαζί της. Στο σχολείο, οι άλλες τίγρεις την κορόιδευαν επιδεικτικά και την περιφρονούσαν «Κοίτα, οι κίτρινες ρίγες σου ολοένα και μεγαλώνουν, καλύπτοντας το μαύρο σου χρώμα», της έλεγαν και ξεσπούσαν σε γέλια. Για παιχνίδια μαζί της ούτε λόγος. Οι υπόλοιπες τίγρεις ποτέ δεν άφηναν την Ιζαμπέλ να παίξει μαζί τους, ούτε καν να τις αγγίξει. «Είσαι διαφορετική! Δεν ανήκεις σε μας! Φύγε από ’δώ!», φώναζαν με αυταρχικό ύφος όλες τους. Ακόμα και η Νέλλη της πρόσφερε μόνο τα απολύτως απαραίτητα: τροφή για να φάει, χώρο για να κοιμηθεί, χωρίς όμως να της δείχνει την τρυφερότητα και τη στοργή μιας μητέρας.

 

Η Ιζαμπέλ ένιωθε τόσο μόνη, τόσο απελπισμένη! Όλοι την απέφευγαν και απομακρύνονταν από κοντά της, λες και ήταν φορέας κάποιας μεταδοτικής ασθένειας. Κανείς δεν αποδεχόταν το γεγονός ότι απλώς ήταν διαφορετική. Ούτε καν η ίδια. Πολλές φορές αναρωτιόταν γιατί να γεννήθηκε έτσι, τι έφταιγε και έπρεπε να περάσει τόσα βάσανα. Γιατί, ενώ οι άλλες τίγρεις ήταν κατάμαυρες και εντυπωσιακές, εκείνη να έχει αυτές τις εκνευριστικές (έτσι τις θεωρούσε) κίτρινες ρίγες που ολοένα και μεγάλωναν. Μάλιστα συχνά ένιωθε τύψεις και ενοχές. «Εγώ φταίω! Με τη γέννησή μου τους αναστάτωσα όλους. Ακόμα και η μητέρα μου λίγο έλειψε να χάσει το σεβασμό που ενέπνεε στις άλλες τίγρεις», συλλογιζόταν. Κάποιες φορές είχε σκεφθεί το ενδεχόμενο ακόμα και να εγκαταλείψει το Σκραλ. Έτσι κι αλλιώς το κλίμα δεν τη σήκωνε.

 

 

  1. Ένας γλάρος διαφορετικός από τους άλλους

 

της Νεφέλης Δασκαλογιάννη

 

Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένα κοπάδι γλάρων, που όλους τους

λέγανε Πίου-Πίου. Υπήρχε όμως και ένας μικρός γλάρος που τον λέγανε  Πιπίκο. Διέφερε λοιπόν από όλους τους άλλους γλάρους αλλά ήταν ο πιο έξυπνος. Όλοι οι γλάροι τον απόφευγαν και ποτέ κανείς δεν είχε πει δύο κουβέντες στον Πιπίκο. Μια μέρα στο σχολείο ο Πιπίκος πλησίασε έναν άλλο γλάρο και αυτός αμέσως άρχισε να του φωνάζει να φύγει μακριά του.

«Μα γιατί μου φέρεσαι έτσι;» τον ρώτησε ο Πιπίκος ήρεμος και καλοσυνάτος όπως πάντα.

«Δεν ανήκεις σ’ εμάς. Φύγε.»

«Γιατί; Τι το διαφορετικό είστε εσείς; Όλοι γλάροι είμαστε.»

«Είμαστε Πίου-Πίου. Αν δεν έχεις το όνομά μας, δεν είσαι ένας από εμάς», του απάντησε ο άλλος γλάρος.

«Ο καθένας μας είναι κάτι ξεχωριστό και δεν έχει σημασία πώς τον λένε», αποκρίθηκε ο Πιπίκος και έφυγε νευριασμένος.

           Οι γλάροι πίστευαν ότι επειδή δεν έχει το ίδιο όνομα με αυτούς, παρέβαινε τον κανόνα της κοινότητάς τους. Ο Πιπίκος στεναχωριόταν πάρα πολύ με αυτήν τη στάση τους απέναντί του και τα λόγια εκείνου του γλάρου τον πλήγωσαν τόσο που σκέφτηκε ακόμα και να φύγει για να πάει σε ένα μέρος όπου σημασία δεν θα είχε το όνομα αλλά η αξία του κάθε πλάσματος. Ο Πιπίκος καταλάβαινε ότι όταν μεγάλωνε αρκετά, θα διωχνόταν από την κοινότητα, όπως είχε γίνει και με τον παππού του τον Πίπι, που διέφερε και αυτός. Ο Πιπίκος έπρεπε κάτι να κάνε. Δεν ήθελε να αφήσει την οικογένειά του και να φύγει. Οπότε αποφάσισε να μιλήσει μπροστά στους συμμαθητές του και να τους πείσει ότι δεν διαφέρουν σε τίποτα.

           Μετά από δυο μέρες πήγε στην τάξη και τους είπε:

«Κοιτάξτε με. Δεν είμαι διαφορετικός. Έχουμε το ίδιο χρώμα,  και τα ίδια χαρακτηριστικά.. Έχω τα ίδια δικαιώματα με όλους σας. Είτε σας λένε Πίου-Πίου είτε όχι. Γεννήθηκα διαφορετικός και  αυτό δεν αλλάζει. Είμαστε ίδιοι αλλά και διαφορετικοί.  Η διαφορετικότητα και η ισότητα είναι πράγματα συμπληρωματικά και όχι αντιφατικά. Αυτό που ήθελα ήταν να έχω και εγώ παρέες όπως όλοι σας.» Αφού τελείωσε σηκώθηκε και έφυγε από την τάξη.

           Φαίνεται ότι τα λόγια του ευαισθητοποίησαν τους συμμαθητές του. Αρκετοί την ακριβώς επόμενη μέρα άρχισαν να του μιλάνε και να τον κάνουν παρέα, ανακαλύπτοντας ότι τελικά το σημαντικό δεν ήταν η διαφορά του ονόματος αλλά η αξία του Πιπίκου.

 

  1. Ο μικρός Γιωργάκης

 

του Γιώργου Ζερβουλάκου

 

Άραγε τι έπρεπε να κάνει ο μικρός Γιωργάκης για να σταματήσουν όλοι να υποψιάζονται αυτόν για το παραμικρό;

 

Σαν παιδάκι που ήτανε δεν κατάφερε να σκεφτεί τίποτα παρά μόνο να αποδεχτεί την κατάσταση και σιγά σιγά μεγαλώνοντας να ζωηρέψει ακόμη περισσότερο και να κάνει παρέα με παιδιά που είχαν παρόμοιο χαρακτήρα.

Ωστόσο μετά από δύο χρόνια ο πλέον δεκαπεντάχρονος Γιώργος είχε γίνει παράδειγμα προς αποφυγή για κάποια παιδιά και διάσημος για τις κακές παρέες του για άλλα. Αποκλειόταν συνεχώς από τις σχολικές εκδρομές, παρόλο που ήθελε να πάει, όπως όλα τα παιδιά στην ηλικία του. Οι περισσότεροι τον πλησίαζαν μόνο και μόνο γιατί τον θεωρούσαν σαν μια οδό για να ξεφύγουν απ’ την αφάνεια. Είναι αυτό ευτυχία για ένα παιδί στην ηλικία του;

Κάποτε το κατάλαβε αυτό και άρχισε να προβληματίζεται.

Έτσι συνειδητοποίησε ότι όταν όλα αυτά θα σβήσουν, θα μείνει μόνος του με μόνη συντροφιά του ένα τσιγάρο που είναι και το μόνο πράγμα που τον δένει με την παρέα του.

Γι’ αυτό και προσπάθησε και κατάφερε να καλυτερέψει τους βαθμούς του, μιας και το μυαλό δεν του έλειπε, και στη συνέχεια κατάφερε να παρασύρει μαζί του και κάποιους απ’ αυτούς που άξιζε να λέει φίλους…

 

Η υποστήριξη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την παραγωγή της παρούσας ιστοσελίδας δεν συνιστά αποδοχή του περιεχομένου, το οποίο αντανακλά τις απόψεις μόνον των δημιουργών, και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν φέρει ουδεμία ευθύνη για οποιαδήποτε χρήση των πληροφοριών που εμπεριέχονται σε αυτό