Ο ελληνισμός της Πολωνίας και των Βαλτικών Χωρών

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΞΕΛΙΞΗ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ

Η ελληνική παρουσία στην Πολωνία διακρίνεται σε δυο περιόδους• η πρώτη, που είναι και η πιο μακρόχρονη, ξεκινά από τον 16ο τουλάχιστον αιώνα και κλείνει με τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στην πρώτη τα πολωνικά εδάφη εκτείνονταν ανατολικότερα των σημερινών, προπάντων με τη συγκρότηση της Πολωνολιθουανικής Κοινοπολιτείας. Στην περίοδο εκείνη ανήκουν οι μικρές ελληνικές εστίες εμπόρων, που αναπτύχθηκαν σε κομβικά σημεία της «πολωνικής» και στη συνέχεια αψβουργικής επικράτειας (π.χ. στο Λβοφ/Λένμπερ τον 16ο και 17ο αιώνα, το σημερινό ουκρανικό Λβιφ, γνωστό στις ελληνικές πηγές ως Λεόπολη) και στο Πόζεν τον 18ο. Η δεύτερη περίοδος, που αφορά στα μεταπολεμικά και σύγχρονα χρόνια, συνδέεται κυρίως με την εγκατάσταση των ελλήνων πολιτικών προσφύγων του Εμφυλίου. Για την πρώτη περίοδο τα ως τώρα στοιχεία μας (ιστορικά και δημογραφικά) είναι πενιχρά. Εξάλλου και οι Έλληνες που παρέμειναν για πολλά χρόνια σε πολωνικά εδάφη ήταν ελάχιστοι, προπάντων όταν επικράτησαν οι καθολικοί και οι ενωτικοί (ουνίτες).

Για τη δεύτερη περίοδο —αυτή που θα μας απασχολήσει εδώ— τα στοιχεία μας είναι σαφώς περισσότερα. Ο συνολικός αριθμός των Ελλήνων της χώρας (πολιτικοί πρόσφυγες σχεδόν στο σύνολο τους) ανερχόταν το 1950 σε 11.458 άτομα. Από αυτούς 4.730 ήταν άνδρες, 3.188 γυναίκες και 3.590 παιδιά. Οι περισσότεροι είχαν εγκατασταθεί στις πόλεις Ζγκόρζελετς, Βρότσλαβ και Βάλμπσιχ. Ένας μικρός αριθμός ναυτεργατών είχε εγκατασταθεί επίσης στην πόλη Γδίνια. Στα χωριά Κροτσιένκο και Λέσκοβατ, στα σύνορα της Πολωνίας με την ΕΣΣΔ, δημιουργήθηκε κρατικός αγροτικός συνεταιρισμός (κολχόζ) στον οποίο έζησαν και εργάστηκαν πάνω από 1.000 πρόσφυγες. Τα παιδιά, που είχαν μεταφερθεί στην Πολωνία, όσο διαρκούσε ακόμα ο Εμφύλιος, διέμεναν σε ειδικά συγκροτήματα.

Η δημογραφική εικόνα των ελλήνων προσφύγων της Πολωνίας μεταβαλλόταν διαρκώς. Πολλοί μετακινούνταν σε άλλες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, για να συναντήσουν τους συγγενείς τους. Το 1954 ένα μικρό τμήμα των προσφύγων απέκτησε τη δυνατότητα επιστροφής στην Ελλάδα. Η αριθμητική δύναμη της κοινότητας το 1968, μετά τις μετακινήσεις προς τη Γιουγκοσλαβία, τη Βουλγαρία, τον Καναδά, την Αυστραλία και την Ελλάδα, ανερχόταν σε 8.647 άτομα. Στα μέλη της ελληνικής παροικίας συγκαταλέγονταν και μερικές εκατοντάδες Σλαβομακεδόνες, οι οποίοι ήρθαν πολλές φορές σε αντιπαράθεση με το ελληνικό στοιχείο. Στη διάρκεια της μεταπολίτευσης επαναπατρίστηκε στην Ελλάδα ο μεγαλύτερος όγκος των Ελλήνων της Πολωνίας.

ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΚΑΙ ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ

Οι κυριότερες ελληνικές παροικίες της πρώτης περιόδου βρίσκονταν στο Λβοφ και το Πόζεν, όπου το 1780 οργανώθηκε και κοινότητα. Οι σχέσεις των Ελλήνων με τους ντόπιους υπήρξαν κατά κανόνα στενές και φιλικές. Ο αγώνας, εξάλλου, των Πολωνών για την ανεξαρτησία τους ευνόησε τη δημιουργία ισχυρού πολωνικού φιλελληνικού ρεύματος, εκφράστηκε με έμπρακτο και έντονο τρόπο, τόσο κατά την περίοδο της ελληνικής Επανάστασης όσο και αργότερα.
Στη δεύτερη περίοδο οι Έλληνες πολιτικοί πρόσφυγες είχαν συγκροτήσει μια ενιαία Κεντρική Επιτροπή Πολιτικών Προσφύγων, με έδρα στη Ρουμανία). Η οργάνωση αυτή βρισκόταν κάτω από τον άμεσο έλεγχο της ηγεσίας του ΚΚΕ, η οργάνωση του οποίου αριθμούσε, τότε, στην Πολωνία, 3.132 μέλη. Το 1954, όμως, η οργάνωση αυτή αυτοδιαλύθηκε, και τα μέλη της εντάχθηκαν στο Ενιαίο Εργατικό Κόμμα της Πολωνίας.

ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

Για την πρώτη περίοδο γνωρίζουμε ότι οι Έλληνες του Λβοφ είχαν συστήσει σχολείο για τα παιδιά της παροικίας. Στη δεύτερη περίοδο το πρόβλημα της εκπαίδευσης των Ελληνόπουλων αποτέλεσε μία από τις προτεραιότητες των προσφύγων. Τελικά όλα τα παιδιά —και εκείνα που είχαν γεννηθεί στην Ελλάδα και όσα γεννήθηκαν στην Πολωνία μετά την εγκατάσταση εκεί των γονέων τους- φοίτησαν σε πολωνικά σχολεία, στα οποία, όμως, όπου φοιτούσαν Έλληνες μαθητές, διδάσκονταν, παράλληλα με το κανονικό πρόγραμμα, και η ελληνική γλώσσα, ιστορία και γεωγραφία. Στην Πολωνία τυπωνόταν επίσης σημαντικός αριθμός σχολικών βιβλίων, που προορίζονταν και για τους Έλληνες μαθητές που ζούσαν σε άλλες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης.

ΛΕΤΟΝΙΑ

Η ελληνική παρουσία στη Λετονία έγινε ουσιαστικά αισθητή όταν η χώρα βρισκόταν υπό σοβιετική κυριαρχία. Οι Έλληνες, που εγκαταστάθηκαν τότε στη μικρή αυτή χώρα, ήταν κυρίως Πόντιοι, προερχόμενοι από άλλες Δημοκρατίες της πρώην ΕΣΣΔ, κυρίως από τη Γεωργία και τη Λιθουανία. Στη Λετονία βρέθηκαν μετά τις αναγκαστικές πληθυσμιακές μετακινήσεις της σταλινικής περιόδου. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της ελληνικής πρεσβείας στη Ρίγα και της Ελληνικής Κοινότητας Λετονίας Η Πατρίδα, υπάρχουν σήμερα στη Λετονία περί τους 400 Έλληνες• αρκετοί έχουν ρωσικά ονόματα και προέρχονται από μικτούς γάμους. Η Πατρίδα αναπτύσσει αρκετές δραστηριότητες, πολιτιστικού, κυρίως, προσανατολισμού, ενώ διαθέτει δύο σχολεία εκμάθησης της ελληνικής γλώσσας σε Λετονούς, ένα στην πρωτεύουσα και ένα στην πόλη Ντάβγκουπιλς.

Έδρα Κλασικών Ελληνικών Σπουδών και τμήμα Νεοελληνικής Γλώσσας υπάρχουν και στο Πανεπιστήμιο της Ρίγας. Αυτός είναι και ο λόγος που τα τελευταία χρόνια αυξάνεται ο αριθμός των Λετονών που γνωρίζουν καλά τα ελληνικά. Επίσης η ελληνική κοινότητα ίδρυσε το χορευτικό συγκρότημα Παρθενών, στο οποίο διδάσκονται ελληνικοί χοροί. Η πρώτη εμφάνιση του συγκροτήματος έγινε το 2001 στους εορτασμούς για τα 800 χρόνια της Ρίγας.

Εξαιτίας της προέλευσης τους τα άτομα ελληνικής καταγωγής συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν προβλήματα ενσωμάτωσης στην κοινωνία της Λετονίας. Στη συντριπτική τους πλειονότητα δεν έχουν αποκτήσει ακόμα τη λετονική υπηκοότητα, πολλοί δεν γνωρίζουν καν τη λετονική γλώσσα ούτε την ελληνική, παρά μόνο τη ρωσική. Το γεγονός αυτό καθιστά εξαιρετικά δύσκολη την αναζήτηση εργασίας στο Δημόσιο ή ακόμα και ανώτερες θέσεις εργασίας στον ιδιωτικό τομέα.

ΕΣΘΟΝΙΑ

Ελάχιστα είναι τα άτομα ελληνικής καταγωγής που είναι εγκατεστημένα στη μικρή αυτή χώρα της Βαλτικής. Τα περισσότερα προέρχονται από τους Έλληνες της πρώην ΕΣΣΔ και βρέθηκαν εκεί στο πλαίσιο των δημογραφικών ανακατατάξεων που επέβαλαν οι σοβιετικές κυβερνήσεις στα χρόνια του Στάλιν. Η χώρα, πάντως, έχει μακρόχρονη ιστορία επαφών με τον ελληνορθόδοξο κόσμο, που ανάγονται στον 11ο αιώνα.

Η σύγχρονη Ορθόδοξη Εκκλησία της Εσθονίας έχει επίσης να παρουσιάσει σημαντικές προσωπικότητες, όπως ο πρώτος επίσκοπος της, Πλάτων Κυ1οιΐ5, χαρισματική φυσιογνωμία που σφαγιάστηκε το 1919 στην πόλη Ταρτού και αναγνωρίστηκε το 2000 από το Οικουμενικό Πατριαρχείο ως Άγιος της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Οι πιστοί της Εσθονικής Ορθόδοξης Εκκλησίας (www.orthodoxa.org) που με τις 15 ενορίες της υπάγεται από το 1996 στην πνευματική δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, ξεπερνούν τις 15.000. Στην Εσθονία υπάρχει και δεύτερη Ορθόδοξη Εκκλησία, που υπάγεται στο Πατριαρχείο Μόσχας, και έχει 25.000 πιστούς σε 26 ενορίες.

ΛΙΘΟΥΑΝΙΑ

Οι πρώτες επαφές του ελληνικού κόσμου με τη Λιθουανία ανάγονται στον 16ο και 17ο αιώνα, όταν η χώρα αυτή -συχνά ενωμένη με την Πολωνία- εκτεινόταν σε μια τεράστια περιοχή, που περιλάμβανε και επαρχίες της σημερινής Ουκρανίας. Πάντως, η παρουσία Ελλήνων στο λιθουανικό έδαφος ήταν περιστασιακή και σποραδική. Ουσιαστικά οι ελληνικές εγκαταστάσεις στη Λιθουανία δημιουργήθηκαν στα χρόνια της σοβιετικής κυριαρχίας και προήλθαν, όπως έγινε και με τις δυο άλλες χώρες της Βαλτικής, από τις πληθυσμιακές μετακινήσεις της σταλινικής, κυρίως, περιόδου. Σήμερα οι Έλληνες της Λιθουανίας είναι περίπου 200, οι περισσότεροι ρωσόφωνοι.

Στο ελληνικό, ωστόσο, στοιχείο της χώρας συγκαταλέγονται και μερικοί επιχειρηματίες από την Ελλάδα, που εγκαταστάθηκαν στην πρωτεύουσα Βίλνιους κατά τα τελευταία χρόνια. Αρκετοί από τους ομογενείς έχουν ενταχθεί στο Σύλλογο Ελλήνων Λιθουανίας Η Πατρίδα, υπό την αιγίδα του οποίου λειτουργεί από το 1999 και το Κέντρο Εκμάθησης της Ελληνικής Γλώσσας, που αποτελεί ξεχωριστό νομικό πρόσωπο και θεωρείται μη κυβερνητικό κοινωφελές ίδρυμα. Η διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας γίνεται τρεις φορές την εβδομάδα από δυο καθηγητές, διαρκεί τρία χρόνια και έχει κάθε χρόνο 60 μαθητές. Τελευταία συστάθηκε, με πρωτοβουλία πολιτικών, καλλιτεχνών και πανεπιστημιακών καθηγητών, το Κέντρο Πολιτισμού Ελλάδας -Λιθουανίας.

Η υποστήριξη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την παραγωγή της παρούσας ιστοσελίδας δεν συνιστά αποδοχή του περιεχομένου, το οποίο αντανακλά τις απόψεις μόνον των δημιουργών, και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν φέρει ουδεμία ευθύνη για οποιαδήποτε χρήση των πληροφοριών που εμπεριέχονται σε αυτό